"κυανουν"
17 φορές στο GRK
Και πας ανθρωπος εις τον οποιον ευρισκετο κυανουν και πορφυρουν και κοκκινον και βυσσος και τριχες αιγων και δερματα κριων κοκκινοβαφη και δερματα θωων, εφεραν αυτα.
Και πασα γυνη συνετη την καρδιαν εκλωθον με τας χειρας αυτων και εφερον κεκλωσμενα, το κυανουν και το πορφυρουν, το κοκκινον και την βυσσον.
Τουτους ενεπλησε συνεσεως καρδιας, δια να εργαζωνται παν εργον εγχαρακτου και καλλιτεχνου και κεντητου εις κυανουν και εις πορφυρουν, εις κοκκινον και εις βυσσον, και υφαντου, των εργαζομενων παν εργον και επινοουντων εντεχνα εργα.
Και ητο μετ' αυτου Ελιαβ, ο υιος του Αχισαμαχ, εκ φυλης Δαν, εγχαρακτης και ευμηχανος τεχνιτης και κεντητης εις κυανουν και εις πορφυρουν και εις κοκκινον και εις βυσσον.
Και εσφυρηλατησαν το χρυσιον εις λεπτας πλακας και εκοψαν αυτο εις συρματα, δια να εργασθωσιν αυτο εις το κυανουν και εις το πορφυρουν και εις το κοκκινον και εις την βυσσον με εντεχνον εργασιαν.
και θελουσι βαλει επ' αυτην καλυμμα εκ δερματων θωων και επανωθεν θελουσιν εφαπλωσει υφασμα ολον κυανουν και θελουσι διαπερασει τους μοχλους αυτης.
Και επι της τραπεζης της προθεσεως θελουσιν εφαπλωσει υφασμα ολον κυανουν και θελουσι βαλει επ' αυτην τους δισκους, και τα θυμιαματοδοχα, και τα λεκανια, και τα σπονδεια, δια να σπενδωσι· και οι παντοτεινοι αρτοι θελουσιν εισθαι επ' αυτης·
Και θελουσι λαβει υφασμα κυανουν, και θελουσι περισκεπασει την λυχνιαν του φωτος, και τους λυχνους αυτης, και τα λυχνοψαλιδα αυτης, και τα υποθεματα αυτης, και παντα τα ελαιοδοχα αγγεια αυτης, δια των οποιων εκτελουσι τας υπηρεσιας αυτης·
Επι δε το θυσιαστηριον το χρυσουν θελουσιν εφαπλωσει υφασμα κυανουν και τουτο θελουσι σκεπασει δια καλυμματος εκ δερματων θωων και θελουσι διαπερασει τους μοχλους αυτου.
και θελουσι λαβει παντα τα σκευη της υπηρεσιας, δια των οποιων υπηρετουσιν εις τα αγια, και βαλει εις υφασμα κυανουν και θελουσι σκεπασει αυτα δια καλυμματος εκ δερματων θωων και επιθεσει εις μοχλους.
Τωρα λοιπον αποστειλον προς εμε ανδρα σοφον εις το να εργαζηται εις χρυσον και εις αργυρον και εις χαλκον και εις σιδηρον και εις πορφυραν και εις κοκκινον και εις κυανουν, και επιστημονα εις το εγγλυφειν γλυφας μετα των σοφων των μετ' εμου εν τη Ιουδαια και εν τη Ιερουσαλημ, τους οποιους Δαβιδ ο πατηρ μου ητοιμασεν.
υιον γυναικος εκ των θυγατερων Δαν και πατρος Τυριου, επιστημονα εις το να εργαζηται εις χρυσον και εις αργυρον, εις χαλκον, εις σιδηρον, εις λιθους και εις ξυλα, εις πορφυραν, εις κυανουν και εις βυσσον και εις κοκκινον· και εις το εγγλυφειν παν ειδος γλυφης, και εφευρισκειν πασαν εφευρεσιν εις ο, τι προβληθη εις αυτον, μετα των σοφων σου και μετα των σοφων του κυριου μου Δαβιδ του πατρος σου·