"σαλευθη"
15 φορές στο GRK
Φοβεισθε απο προσωπου αυτου, πασα η γη· η οικουμενη θελει βεβαιως εισθαι εστερεωμενη, δεν θελει σαλευθη.
Ειπεν εν τη καρδια αυτου, δεν θελω σαλευθη απο γενεας εις γενεαν· διοτι δεν θελω πεσει εις δυστυχιαν.
δεν διδει το αργυριον αυτου επι τοκω, ουδε λαμβανει δωρα κατα του αθωου. Ο πραττων ταυτα δεν θελει σαλευθη εις τον αιωνα.
<<Ψαλμος του Δαβιδ.>> Κρινον με, Κυριε· διοτι εγω περιεπατησα εν ακακια μου· και επι τον Κυριον ηλπισα, και δεν θελω σαλευθη.
Δια τουτο δεν θελομεν φοβηθη, και αν σαλευθη η γη και μετατοπισθωσι τα ορη εις το μεσον των θαλασσων·
Επιρριψον επι τον Κυριον το φορτιον σου, και αυτος θελει σε ανακουφισει· δεν θελει ποτε συγχωρησει να σαλευθη ο δικαιος.
Ο Κυριος βασιλευει· μεγαλοπρεπειαν ειναι ενδεδυμενος· ενδεδυμενος ειναι ο Κυριος δυναμιν και περιεζωσμενος· και την οικουμενην εστερεωσεν, ωστε δεν θελει σαλευθη.