Skip to Content

Concordance

Browsing all words — use the search box to find a specific word.

εγκεντρισθω (1) εγκεχαραγμενη (1) εγκεχαραγμενους (1) εγκλειεις (1) εγκλεισον (1) εγκλημα (8) εγκληματα (1) εγκληματος (1) εγκολπωθεντες (1) εγκοπτει (1) εγκρατεια· (1) εγκρατειαν (1) εγκρατειας (1) εγκρατεις (1) εγκρατευεσθαι (1) εγκρατευεσθε (1) εγκρατευεται (1) εγκρατευθητε (1) εγκρατευωμεθα (2) εγκρατευωνται (1) εγκρατης (1) εγκρινητε (1) εγκριτοι (1) εγκριτων (3) εγκρυφιας (6) εγκυμονουντα (1) εγκυμονουσαι (1) εγκυμονουσαν (1) εγκυμονουσας (6) εγκυον (2) εγκυος (7) εγκυψη (1) εγκωμιαζεται (1) εγκωμιαζοντων (1) εγκωμιαζουσι (1) εγλαιμ (1) εγλαιμ· (1) εγλειφον (1) εγλειψαν (2) εγλειψε (1) εγλυκανθησαν (1) εγλυψεν (1) εγλων (11) εγλων· (2) εγνωμοδοτησαν (1) εγνωριζε (4) εγνωριζεν (3) εγνωριζες (4) εγνωριζες· (1) εγνωριζετε (2) εγνωριζον (20) εγνωριζον· (3) εγνωριζοντο (1) εγνωρισα (29) εγνωρισα· (3) εγνωρισαμεν (6) εγνωρισαν (40) εγνωρισαν· (3) εγνωρισας (16) εγνωρισας· (2) εγνωρισατε (11) εγνωρισε (13) εγνωρισε· (1) εγνωρισεν (34) εγνωρισθη (3) εγνωρισθην (4) εγνωρισθητε (1) εγνωσθη (2) εγνωστοποιηθη (3) εγνωστοποιησα (1) εγνωστοποιησαμεν (2) εγνωστοποιησε (1) εγογγυζε (3) εγογγυζεν (3) εγογγυζον (5) εγογγυσαν (4) εγογγυσατε (1) εγονατισε (2) εγονατισεν (1) εγραφε (2) εγραφεν (2) εγραφη (11) εγραφησαν (5) εγραφον (1) εγραφοντο (1) εγραψα (22) εγραψαμεν (1) εγραψαν (6) εγραψας (5) εγραψατε (1) εγραψε (12) εγραψεν (28) εγραψεν· (1) εγρηγορησεν (1) εγρηγορουν (1) εγρονθισαν (1) εγυμνονον (1) εγυμνωθη (2) εγυμνωθησαν (1) εγυμνωθησαν· (1) εγυμνωσα (2) εγυμνωσαν (1) εγυμνωσε (1) εγχαραγμα (2) εγχαραγματα (1) εγχαρακτης (1) εγχαρακτικον (1) εγχαρακτου (1) εγχαραξει (5) εγχαραξον (2) εγχαραττονται (1) εγχειρισαντες (1) εγχρονιζοντας (1) εγω (1756) εγω· (23) εδ· (1) εδαγκανε (1) εδαγκανεν (1) εδαγκανον (1) εδακρυσεν (1) εδαμασθη (1) εδανεισα (1) εδανεισαμεν (1) εδανεισαν (1) εδανεισε (1) εδανεισεν (1) εδανεισθημεν (1) εδαπανησε (1) εδαφος (6) εδαφος· (1) εδαφους (26) εδαφους· (5) εδεετο (2) εδεηθη (8) εδεηθημεν (2) εδεηθην (8) εδεηθης (1) εδεθησαν (4) εδεικνυε (1) εδειλιασαν (2) εδειλιασαν· (1) εδειξα (4) εδειξα· (1) εδειξαν (3) εδειξας (10) εδειξατε (4) εδειξε (6) εδειξεν (33) εδειπνησαν (1) εδειπνησε (1) εδειραν (6) εδειχθη (2) εδειχθησαν (1) εδεκατωσε (1) εδελεασαν (1) εδελεασας (1) εδελεασθην· (1) εδεμ (13) εδεν (6) εδενομεν (1) εδενον (1) εδεομην· (1) εδερ (4) εδερον (1) εδεσαν (6) εδεσε (10) εδεσεν (12) εδεσματα (10) εδεσματων (3) εδεσμευετο (1) εδεσμευθησαν (1) εδεσμευσε (1) εδεσποζετε (1) εδεσποζον (2) εδεσποσας (1) εδευτερωθη (1) εδευτερωσαν (1) εδευτερωσεν (1) εδεχεσθε· (1) εδεχετο (1) εδεχθη (9) εδεχθησαν (13) εδεχθητε (5) εδηλοποιει (1) εδημηγορει (1) εδημιουργησα (1) εδημιουργησεν (1) εδημοσιευθη (2) εδιδαξα (4) εδιδαξαν (5) εδιδαξας (5) εδιδαξε (4) εδιδαξεν (5) εδιδασκε (9) εδιδασκε· (1) εδιδασκεν (16) εδιδασκον (5) εδιδαχθη (1) εδιδαχθην (2) εδιδαχθησαν (1)

Showing page 54 of 210 (41834 words)