Skip to Content

Concordance

Browsing all words — use the search box to find a specific word.

εκρυπτοντο· (1) εκρυφθη (6) εκρυφθην (1) εκρυφθης (1) εκρυφθησαν (6) εκρυψα (12) εκρυψα· (2) εκρυψαν (10) εκρυψαν· (1) εκρυψας (3) εκρυψε (12) εκρυψεν (10) εκσπασας (1) εκσπασει (3) εκσπαση (1) εκσπασθη (1) εκστασει (2) εκστασεως (1) εκστασεως· (1) εκστασιν (7) εκστασιν· (1) εκστασις (5) εκστατικα (2) εκστατικοι (2) εκστατικος (5) εκστρατεια (1) εκστρατειαν (1) εκστρατειας (1) εκστρατευει (1) εκστρατευης (1) εκστρατευουσιν (2) εκστρατευσεως (1) εκστρατευωσιν (1) εκσφενδονισει (2) εκταθη (2) εκτανθη (2) εκταραττουσι (1) εκτασιν (4) εκτασις (1) εκτεθη (1) εκτεθλιμμενον (1) εκτειναντα (1) εκτειναντες (1) εκτεινας (17) εκτεινασα (1) εκτεινει (34) εκτεινεται (4) εκτεινη (5) εκτεινης (2) εκτεινητε (1) εκτεινομενον (1) εκτεινον (16) εκτεινονται (2) εκτεινω (2) εκτεινων (5) εκτεινωσι (2) εκτεινωσιν (2) εκτελει (15) εκτελειται (1) εκτελειτε (2) εκτελεσαντες (1) εκτελεσας (1) εκτελεσει (30) εκτελεση (12) εκτελεσητε (1) εκτελεσθεισα (1) εκτελεσθη (11) εκτελεσθη· (1) εκτελεσθωσιν (1) εκτελεσιν (2) εκτελεσον (2) εκτελεσται (2) εκτελεστης (3) εκτελεσω (5) εκτελεσωμεν (3) εκτελεσωσι (2) εκτελη (10) εκτελης (6) εκτελης· (1) εκτεληται (3) εκτελητε (20) εκτελουντα (1) εκτελουντες (5) εκτελουσι (2) εκτελω (2) εκτελων (3) εκτελωσι (9) εκτελωσιν (3) εκτενως (1) εκτεταμεναι (1) εκτεταμενην (1) εκτεταμενως (1) εκτετιναγμενος (1) εκτη (6) εκτη· (1) εκτην (7) εκτης (1) εκτιζε (1) εκτιθησαν (1) εκτιμηθεντος (1) εκτιμηθη (3) εκτιμησει (3) εκτιμησεις (1) εκτιμησεως (5) εκτιμηση (1) εκτιμησιν (12) εκτιμησις (6) εκτιμωμενοι (1) εκτιναγμων (1) εκτιναζομαι (1) εκτιναξαντες (1) εκτιναξας (1) εκτιναξατε (3) εκτιναξει (2) εκτιναξη (1) εκτιναξωσι (1) εκτινασσεται (1) εκτινασσομεν (1) εκτιναχθη (1) εκτιναχθητι (1) εκτιναχθωσιν (1) εκτισα (1) εκτισαν (2) εκτισας (5) εκτισατε (1) εκτισε (11) εκτισεν (2) εκτισθη (3) εκτισθης (3) εκτισθησαν (3) εκτισθησαν· (2) εκτισμενον (1) εκτισμενου (1) εκτομιαν (1) εκτον (11) εκτος (123) εκτοτε (8) εκτου (1) εκτραπη (3) εκτραπωσιν (1) εκτρεφει (2) εκτρεφετε (1) εκτρωμα (2) εκτυπα (1) εκτυπηθη (6) εκτυπηθησαν (7) εκτυπηθησαν· (1) εκτυπησα (1) εκτυπησαν (4) εκτυπησας (4) εκτυπησε (18) εκτυπησεν (8) εκτω (6) εκυκλωθησαν (1) εκυλιετο (1) εκυλισαν (1) εκυνηγησαν (3) εκυνηγησε (1) εκυπτε (1) εκυπτον (1) εκυριευθη (5) εκυριευθη· (1) εκυριευσα (1) εκυριευσαμεν (5) εκυριευσαν (18) εκυριευσε (14) εκυριευσεν (15) εκυρτωθη (1) εκυρτωθην (2) εκυρωθη (1) εκυψα (1) εκυψαν (1) εκυψε (4) εκυψεν (5) εκφερε (1) εκφερει (17) εκφερει· (1) εκφερετε (1) εκφερη (1) εκφερω (1) εκφερωμεν (1) εκφερωσι (1) εκφερωσιν (1) εκφοβιζω (1) εκφοβιζων (1) εκφοβων (6) εκφοβων· (1) εκφραση (1) εκφραττων (1) εκφυγει (14) εκφυγει· (1) εκφυγη (2) εκφυγη· (1) εκφυγητε (1) εκφυγοντας (2) εκφυγοντες (1) εκφυγων (1) εκφυγωσι (2) εκφυει (1) εκφυεται (3)

Showing page 62 of 210 (41834 words)