Skip to Content

Concordance

Browsing all words — use the search box to find a specific word.

εμαυτον· (7) εμαυτου (14) εμαυτου· (3) εμαυτω (1) εμαχοντο (4) εμβαινει (4) εμβαινοντες (1) εμβαινουσιν (2) εμβαινων (1) εμβαινωσιν (1) εμβαλει (6) εμβαλλει (1) εμβαλλοντα (1) εμβαλλω (1) εμβαλωμενα (1) εμβαντες (1) εμβαπτει (2) εμβαπτων (1) εμβας (5) εμβατευων (1) εμβαψας (4) εμβαψει (6) εμβη (7) εμβης (1) εμβιβαζετε (1) εμβιβαζητε (2) εμβιβαζω (1) εμβλεποντες (1) εμβλεπων (1) εμβλεψας (7) εμβλεψασα (1) εμβλεψατε (4) εμβλεψει (5) εμβλεψη (2) εμβλεψητε (1) εμβληθη (1) εμβω (1) εμβωσιν (2) εμε (1055) εμε· (130) εμεγαλονε (1) εμεγαλονεν (2) εμεγαλορρημονησατε (1) εμεγαλυνας (2) εμεγαλυνε (1) εμεγαλυνεν (10) εμεγαλυνετο (3) εμεγαλυνθη (18) εμεγαλυνθην (2) εμεγαλυνθης (3) εμεγαλυνθησαν (3) εμεγαλυνοντο (1) εμεγαλωσε (3) εμεγαλωσεν (2) εμεθεξαν (1) εμεθυεν (1) εμεθυσα (1) εμεθυσεν (2) εμεθυσθη (2) εμεθυσθησαν (1) εμεινα (5) εμειναμεν (6) εμειναν (20) εμεινατε (3) εμεινε (17) εμεινε· (1) εμεινεν (45) εμεινον (1) εμεις (2) εμεκ (2) εμελε (1) εμελεν (1) εμελετα (1) εμελετησα (1) εμελετησαν (2) εμελετησε (1) εμελετων (2) εμελλε (33) εμελλεν (7) εμελλομεν (2) εμελλον (11) εμεμφθησαν (1) εμενε (4) εμενεν (7) εμενον (10) εμεριζετο (1) εμερισαν (1) εμεσατε (1) εμεσιτευον (1) εμετον (2) εμετος (1) εμετου (1) εμετρησαν (1) εμετρησε (30) εμετρησεν (8) εμετρουν (1) εμετω (1) εμη (3) εμην (4) εμηνυθη (1) εμηνυσαν (1) εμηνυσας (2) εμηνυσε (1) εμης (1) εμηχανευετο (1) εμηχανευθη (1) εμηχανευθησαν (3) εμιαινετο (1) εμιανα (2) εμιαναμεν (1) εμιαναν (6) εμιανας (3) εμιανατε (2) εμιανε (3) εμιανε· (1) εμιανεν (2) εμιανθη (7) εμιανθη· (1) εμιανθην (1) εμιανθης (2) εμιανθησαν (1) εμιανθητε· (1) εμικροψυχει (1) εμιξε (1) εμισει (8) εμισειτο (1) εμισηθης (1) εμισησα (14) εμισησαν (7) εμισησας (4) εμισησατε (2) εμισησε (1) εμισησεν (3) εμισθονον (2) εμισθωσα (2) εμισθωσαν (7) εμισθωσε (1) εμισθωσεν (9) εμισουν (2) εμμαιοι (1) εμμαιους (2) εμμανουηλ (3) εμμαους (1) εμμεινει (1) εμμενει (5) εμμενετε (1) εμμενης (1) εμμενοντες (1) εμμενωσιν (3) εμμωρ (13) εμμωρ· (1) εμνημονευθησαν (1) εμοι (64) εμοι· (10) εμοιραζον (1) εμοιρασα (1) εμοιρασεν (6) εμοιρασθησαν (1) εμοιχευον (2) εμοιχευοντο (1) εμοιχευσε (1) εμοιχευσεν (2) εμολυνα (2) εμολυναν (2) εμολυνθη (3) εμολυνθη· (1) εμολυνθης (1) εμολυνθησαν (2) εμολυνθησαν· (1) εμον (5) εμορφωθησαν (1) εμορφωσαν (1) εμορφωσας (1) εμορφωσεν (3) εμος (2) εμος· (1) εμου (512) εμου· (84) εμοχθησα (3) εμοχθησαμεν (1) εμοχθησαν (1) εμοχθησας· (1) εμοχλωσε (1) εμπαιγμον (2) εμπαιγμος (1) εμπαιγμους (1) εμπαιζει (2) εμπαιζεται· (1) εμπαιζετε (1) εμπαιζοντες (3) εμπαιζουσι (2) εμπαιζωσιν (1) εμπαικται (2) εμπαικτικην (1) εμπαιξει (2) εμπαιξη (1) εμπαιξη· (1) εμπαιξωσι (2) εμπαιξωσι· (2) εμπαιχθη (1)

Showing page 66 of 210 (41834 words)