Skip to Content

Concordance

Browsing all words — use the search box to find a specific word.

ενεπλησθην (1) ενεπλησθης (1) ενεπλησθησαν (1) ενεπτυον (1) ενεπτυσαν (1) ενεργει (3) ενεργειαι (1) ενεργειαν (8) ενεργειας (1) ενεργειν (1) ενεργειται (3) ενεργηματων (1) ενεργησας (1) ενεργησει (5) ενεργησει· (2) ενεργηση (5) ενεργησον (6) ενεργητικη (1) ενεργος (2) ενεργουμενη (1) ενεργουμενην (2) ενεργουμενης (1) ενεργουντος (1) ενεργουσι (1) ενεργουσιν (2) ενεργων (4) ενεταφιασαν (2) ενεταφιασεν (1) ενετεινα (1) ενετειναν (3) ενετεινε (3) ενετραπη· (1) ενετραπην· (1) ενετραπησαν (3) ενετρυφησαν (1) ενετυπουντο (1) ενευροκοπησε (1) ενευροκοπησεν (2) ενευσεν (1) ενεφανισθησαν (4) ενεφραξαν (4) ενεφυσησε (1) ενεφυσησεν (1) ενεχαραξαν (1) ενεχαραξε (1) ενεχαραττοντο (1) ενεχαραχθη (2) ενεχαραχθη· (1) ενεχεε (1) ενεχειρησαν (1) ενεχυρα (4) ενεχυριασμενων (1) ενεχυρον (17) ενεχυρον· (2) ενεχυρου (1) ενζυμα (5) ενζυμα· (2) ενζυμον (7) ενζυμον· (1) ενζυμος· (1) ενηγκαλισθη (3) ενηγκαλισθησαν (1) ενηδρευσαν (1) ενηργει (1) ενηργηθη (1) ενηργηθησαν (1) ενηργησαν (2) ενηργησας (2) ενηργησε (5) ενηργησεν (2) ενηργουντο (1) ενηρμοσαν (1) ενηρμοσμενοι (2) ενηρμοσμενους (1) ενηστευες (1) ενηστευετε (1) ενηστευον (3) ενηστευσα (1) ενηστευσαμεν (2) ενηστευσαν (6) ενηστευσε (1) ενηστευσεν (1) ενησχολειτο (1) ενησχολημενοι (1) ενησχολουντο (1) ενθα (1) ενθαρρυνε (1) ενθαρρυνει (1) ενθαρρυνθη (1) ενθαρρυνον (1) ενθεν (2) ενθεν· (1) ενθερμα (1) ενθερμον (2) ενθερμως (5) ενθεσεως (4) ενθεσεως· (1) ενθυμεισαι (1) ενθυμεισθαι (13) ενθυμεισθε (13) ενθυμειται (5) ενθυμηθεις (2) ενθυμηθη (24) ενθυμηθη· (1) ενθυμηθης (7) ενθυμηθητε (8) ενθυμηθητι (24) ενθυμηθω (1) ενθυμηθωσι (1) ενθυμησαι (3) ενθυμησεως (3) ενθυμησθε (6) ενθυμησιν (10) ενθυμησιν· (1) ενθυμησις (2) ενθυμηται (1) ενθυμισατε (1) ενθυμισει (2) ενθυμισον (1) ενθυμου (14) ενθυμουμαι (8) ενθυμουμεθα (1) ενθυμουμενοι (2) ενθυμουμενος (1) ενθυμουμενους (1) ενθυμουμενων (1) ενθυμουνται (1) ενθυμωμαι (2) ενθυμωμαι· (1) ενθυμωμεθα (1) ενθυμωνται (1) ενι (6) ενιαυσια (29) ενιαυσια· (4) ενιαυσιον (18) ενιαυσιον· (1) ενιαυσιου (1) ενιαυσιους (1) ενιαυτον (9) ενιαυτον· (1) ενιαυτος (7) ενιαυτου (19) ενιαυτου· (1) ενιαυτους (1) ενιαυτους· (1) ενιαυτω (3) ενικα (1) ενικηθησαν (1) ενικησα (2) ενικησαν (2) ενικησατε (3) ενιπτον (1) ενιπτοντο (1) ενισχυε (2) ενισχυει (1) ενισχυθην (3) ενισχυουσι (1) ενισχυσα (1) ενισχυσα· (1) ενισχυσαν (1) ενισχυσαντας (1) ενισχυσας (4) ενισχυσατε (4) ενισχυσε (4) ενισχυσει (6) ενισχυσεν (2) ενισχυση (3) ενισχυσιν (1) ενισχυσον (5) ενισχυσωσι (1) ενισχυων (2) ενισχυωνται (2) ενιφθη (2) ενιφθην (2) ενιψα (3) ενιψαν (1) ενιψε (2) ενιψεν (1) εννατην (8) εννατης (1) εννατης· (2) εννατον (3) εννατος (4) εννατου (5) εννατω (8) εννεα (25) εννεα· (1) εννεακοσια (7) εννεακοσιας (2) εννεακοσιοι (6) εννοει (7) εννοει· (1) εννοεις (5) εννοειτε (3) εννοη (5) εννοης (3) εννοησαντες (1) εννοησας (2) εννοησατε (1) εννοησε (1)

Showing page 69 of 210 (41834 words)