Skip to Content

Concordance

Browsing all words — use the search box to find a specific word.

εκαυσαν (5) εκαυσε (5) εκαυσεν (16) εκαυσεν· (1) εκαυχαθε (1) εκαυχηθην (1) εκβαινει (1) εκβαινης (1) εκβαινουσι (1) εκβαλε (18) εκβαλει (26) εκβαλετε (11) εκβαλη (6) εκβαλης (9) εκβαλλει (11) εκβαλλεται (1) εκβαλλετε· (1) εκβαλλη (4) εκβαλλομενους (1) εκβαλλοντα (2) εκβαλλουσι (3) εκβαλλω (8) εκβαλλων (2) εκβαλλωσι (1) εκβαλλωσιν (1) εκβαλοντες (4) εκβαλουσα (1) εκβαλω (2) εκβαλωμεν (3) εκβαλων (11) εκβαλωσι (5) εκβαλωσιν (7) εκβασεις (1) εκβασιν (1) εκβη (4) εκβλαστανη (2) εκβλαστησει (2) εκβληθη (7) εκβολην (3) εκβω (1) εκβωσιν (1) εκγονα (4) εκγονοι (7) εκγονον (1) εκγονους (2) εκδαρει (1) εκδεδιωγμενοι (1) εκδεδυμενος (1) εκδειροντες (1) εκδερωσι (1) εκδιδουσι (1) εκδιδω (1) εκδιηγουμενοι (1) εκδικασει (2) εκδικασον (1) εκδικεις (1) εκδικεισθαι (1) εκδικειται (1) εκδικηθη (12) εκδικηθη· (1) εκδικηθης (1) εκδικηθητε (1) εκδικηθω (3) εκδικηθωσιν (1) εκδικησει (4) εκδικησεις (1) εκδικησεων (1) εκδικησεως (10) εκδικηση (2) εκδικησιν (31) εκδικησιν· (1) εκδικησις (6) εκδικησον (2) εκδικησω (2) εκδικησωμεν (1) εκδικησωσι (1) εκδικητας (1) εκδικητε (1) εκδικητην (2) εκδικητης (9) εκδικητικως (2) εκδικητου (3) εκδικουντος (3) εκδικων (2) εκδιπλωσει (1) εκδιωκει (4) εκδιωκω (2) εκδιωξαντες (1) εκδιωξας (2) εκδιωξει (20) εκδιωξη (7) εκδιωξητε (1) εκδιωξον (1) εκδιωξω (5) εκδιωξωσι (1) εκδιωξωσιν (1) εκδιωχθη (2) εκδοθεισης (1) εκδοθη (2) εκδοτος (1) εκδρομης (1) εκδυεσθαι (1) εκδυεται (1) εκδυθεις (2) εκδυθη (4) εκδυθητι (1) εκδυθωμεν (1) εκδυομενος (2) εκδυσαντες (1) εκδυσας (1) εκδυσει (2) εκδυσον (1) εκδυσωσι (2) εκει (596) εκει· (55) εκειθεν (144) εκειθεν· (16) εκεινα (41) εκεινα· (3) εκειναι (8) εκειναις (37) εκειναις· (1) εκεινας (28) εκεινας· (2) εκεινη (218) εκεινη· (8) εκεινην (128) εκεινην· (10) εκεινης (57) εκεινο (92) εκεινοι (116) εκεινοι· (2) εκεινοις (3) εκεινοις· (1) εκεινον (114) εκεινον· (1) εκεινος (207) εκεινος· (6) εκεινου (81) εκεινου· (4) εκεινους (57) εκεινους· (4) εκεινω (30) εκεινω· (1) εκεινων (56) εκεινων· (5) εκεισε (1) εκειτο (16) εκειτο· (1) εκενουν (1) εκεντησε (1) εκενωθη (1) εκενωσαν (1) εκενωσε (1) εκενωσεν (1) εκερ (1) εκερασα· (1) εκερασε (2) εκερασεν (1) εκερδησα (2) εκερδησας (1) εκερδησε (2) εκερδησεν (1) εκερνων (1) εκζητει (2) εκζητει· (1) εκζητειται (1) εκζητειτε (3) εκζητη (5) εκζητηθη (3) εκζητης (2) εκζητησατε (5) εκζητησει (11) εκζητηση (4) εκζητησητε (3) εκζητησιν (1) εκζητησω (2) εκζητησωμεν (1) εκζητησωσι (5) εκζητητε (1) εκζητουμεν (1) εκζητουντα (1) εκζητουντας (2) εκζητουντες (5) εκζητουντων (4) εκζητουσαν (1) εκζητουσι (4) εκζητουσιν (1) εκζητων (6) εκζητωσι (1) εκηρυξα (6) εκηρυξαμεν (4) εκηρυξαν (8) εκηρυξε (7) εκηρυξεν (4) εκηρυττε (2) εκηρυττεν (6) εκηρυττον (8) εκηρυχθη (5) εκθαμβεισθαι (1)

Showing page 59 of 210 (41834 words)