Concordance
Browsing all words — use the search box to find a specific word.
ενατω
(2)
εναυαγησα
(1)
εναυαγησαν
(1)
ενβηρ
(1)
ενδεδυμεναι
(1)
ενδεδυμενη
(4)
ενδεδυμενη·
(1)
ενδεδυμενοι
(14)
ενδεδυμενον
(13)
ενδεδυμενος
(12)
ενδεδυμενος·
(2)
ενδεδυμενου
(1)
ενδεδυμενους
(4)
ενδεεις
(7)
ενδεη
(11)
ενδεης
(5)
ενδεης·
(1)
ενδεια
(3)
ενδειαν
(5)
ενδειαν·
(1)
ενδειας
(1)
ενδειξιν
(2)
ενδειξις
(2)
ενδεκα
(21)
ενδεκατην
(3)
ενδεκατον
(4)
ενδεκατος
(4)
ενδεκατου
(4)
ενδεκατω
(5)
ενδεους
(4)
ενδεχεται
(1)
ενδημησωμεν
(1)
ενδημουμεν
(1)
ενδημουντες
(1)
ενδοθεν
(1)
ενδομυχα
(5)
ενδομυχων
(2)
ενδον
(6)
ενδοξα
(3)
ενδοξασθη
(3)
ενδοξοι
(3)
ενδοξον
(16)
ενδοξος
(10)
ενδοξος·
(1)
ενδοξοτατη
(1)
ενδοξοτερος
(6)
ενδοξου
(4)
ενδοξους
(2)
ενδοξως·
(2)
ενδοτατου
(1)
ενδοτερα
(1)
ενδοτεραν
(1)
ενδοτερον
(7)
ενδυεσθαι
(7)
ενδυεσθε
(2)
ενδυεται
(3)
ενδυη
(2)
ενδυης
(1)
ενδυηται
(1)
ενδυθεις
(1)
ενδυθεισα
(1)
ενδυθεντες
(2)
ενδυθη
(19)
ενδυθης
(2)
ενδυθητε
(10)
ενδυθητε·
(1)
ενδυθητι
(7)
ενδυθω
(2)
ενδυθωμεν
(2)
ενδυθωσι
(2)
ενδυθωσιν
(2)
ενδυμα
(22)
ενδυμασιαν
(1)
ενδυματα
(22)
ενδυματα·
(4)
ενδυματος
(9)
ενδυματων
(5)
ενδυματων·
(3)
ενδυναμονει
(3)
ενδυναμου
(5)
ενδυναμουμενοι
(1)
ενδυναμουνται
(1)
ενδυναμουντος
(1)
ενδυναμουσθε
(4)
ενδυναμουσθε·
(1)
ενδυναμωθεις
(1)
ενδυναμωθεν
(1)
ενδυναμωθη
(2)
ενδυναμωθητε
(1)
ενδυναμωθητι
(2)
ενδυναμωθωσι
(1)
ενδυναμωσαντα
(1)
ενδυναμωσατε
(1)
ενδυναμωση
(1)
ενδυναμωσον
(2)
ενδυναμωσω
(1)
ενδυοντα
(1)
ενδυουσιν
(1)
ενδυσατε
(1)
ενδυσει
(10)
ενδυσεως
(1)
ενδυσον
(1)
ενδυσωσι
(1)
ενδυωνται
(1)
ενεβαλε
(1)
ενεβαλες
(1)
ενεβαψε
(1)
ενεβλεψαν
(2)
ενεβλεψας
(1)
ενεβλεψεν
(1)
ενεγλυψε
(2)
ενεγλυψεν
(3)
ενεδρα
(7)
ενεδραι
(1)
ενεδραις
(1)
ενεδραν
(12)
ενεδρας
(6)
ενεδρας·
(1)
ενεδρευει
(4)
ενεδρευη
(2)
ενεδρευον
(3)
ενεδρευοντας
(1)
ενεδρευοντες
(3)
ενεδρευοντος
(1)
ενεδρευοντων
(1)
ενεδρευουσα
(2)
ενεδρευουσι
(3)
ενεδρευουσιν
(2)
ενεδρευσατε
(1)
ενεδρευσεν
(1)
ενεδρευσωμεν
(1)
ενεδρευτας
(1)
ενεδρευωσι
(1)
ενεδυετο
(2)
ενεδυθη
(8)
ενεδυθησαν
(1)
ενεδυθητε
(2)
ενεδυναμουτο
(2)
ενεδυναμωθη
(9)
ενεδυναμωθης·
(1)
ενεδυναμωθησαν
(4)
ενεδυναμωσας
(1)
ενεδυναμωσε
(2)
ενεδυομην
(2)
ενεδυοντο
(1)
ενεδυσα
(1)
ενεδυσαμεν
(1)
ενεδυσαν
(7)
ενεδυσας
(2)
ενεδυσατε
(2)
ενεδυσε
(1)
ενεδυσεν
(8)
ενεθαρρυνθη
(2)
ενεθεσα
(1)
ενεθυμηθη
(24)
ενεθυμηθη·
(1)
ενεθυμηθημεν
(2)
ενεθυμηθην
(7)
ενεθυμηθης
(5)
ενεθυμηθησαν
(9)
ενεθυμουντο
(2)
ενειργασμενα
(1)
ενεκα
(17)
ενεκαρτερησε
(1)
ενεκεν
(56)
ενεκεντρισθης
(2)
ενεκριθη
(1)
ενεκριναν
(1)
ενεκρινε
(1)
ενεκρυψεν
(2)
ενεκρωθη
(1)
ενεκρωθησαν
(3)
ενεκρωσαν
(1)
ενεμειναν
(1)
ενεμεινεν
(1)
ενεμενον
(2)
ενενηκοντα
(24)
ενεπαιζον
(5)
ενεπαιξαν
(2)
ενεπαιξας·
(1)
ενεπαιξεν
(3)
ενεπαιχθη
(1)
ενεπεσαν
(1)
ενεπεσεν
(1)
ενεπηξε
(1)
ενεπηξεν
(2)
ενεπηχθη
(1)
ενεπηχθησαν
(2)
ενεπιστευετο
(1)
ενεπιστευθη
(5)
ενεπιστευθην
(3)
ενεπιστευθησαν
(2)
ενεπλεχθησαν
(1)
ενεπλησα
(3)
ενεπλησαν
(2)
ενεπλησας
(2)
ενεπλησε
(14)
ενεπλησεν
(4)
ενεπλησθη
(11)
ενεπλησθημεν
(1)