Concordance
Browsing all words — use the search box to find a specific word.
ευωχιαν
(2)
εφ
(233)
εφα
(24)
εφα·
(1)
εφαγε
(15)
εφαγε·
(1)
εφαγεν
(16)
εφαγεν·
(1)
εφαγες
(5)
εφαγετε
(5)
εφαγομεν
(6)
εφαγον
(56)
εφαγον·
(2)
εφαινετο
(14)
εφαινοντο
(5)
εφαινοντο·
(1)
εφαλακρωθη
(1)
εφανερονε
(2)
εφανερωθη
(20)
εφανερωθημεν
(1)
εφανερωθην
(1)
εφανερωθησαν
(1)
εφανερωσα
(10)
εφανερωσαν
(4)
εφανερωσας
(11)
εφανερωσε
(27)
εφανερωσεν
(18)
εφανη
(76)
εφανη·
(1)
εφανην
(2)
εφανης
(1)
εφανησαν
(10)
εφανητε
(2)
εφανισαν
(2)
εφαπλονει
(1)
εφαπλωσας
(1)
εφαπλωσει
(5)
εφαπλωσεις
(1)
εφεγγεν
(1)
εφεγξε
(1)
εφεγξεν
(1)
εφειδετο
(1)
εφειδωλευθη
(1)
εφεισθη
(13)
εφεισθη·
(2)
εφεισθης
(2)
εφελκυσει
(1)
εφεξης
(3)
εφερ
(14)
εφερ·
(1)
εφερα
(19)
εφεραμε
(1)
εφεραμεν
(3)
εφεραν
(129)
εφερατε
(3)
εφερατε·
(1)
εφερε
(48)
εφερε·
(1)
εφερεν
(115)
εφερες
(6)
εφερετε
(4)
εφερετο
(12)
εφερθη
(17)
εφερθημεν
(2)
εφερθης
(2)
εφερθησαν
(19)
εφερθητε
(1)
εφεριτων·
(1)
εφερομεθα
(1)
εφερομην
(1)
εφερον
(27)
εφεροντο
(6)
εφες
(1)
εφεσιοι
(1)
εφεσιον
(1)
εφεσιων
(3)
εφεσον
(7)
εφεσον·
(1)
εφεσου
(3)
εφεσω
(5)
εφευγε
(2)
εφευγεν
(5)
εφευγες
(1)
εφευγον
(9)
εφευρεν
(1)
εφευρεσιν
(1)
εφευρεται
(2)
εφευρημενας
(1)
εφευρισκει
(1)
εφευρισκειν
(1)
εφευρισκετε
(1)
εφευρισκω
(1)
εφημεριας
(2)
εφηρμοσμενον
(1)
εφησυχαζη
(1)
εφθανε
(2)
εφθανεν
(7)
εφθαρμενη
(1)
εφθασα
(2)
εφθασαμεν
(4)
εφθασαν
(24)
εφθασας
(1)
εφθασατε
(1)
εφθασε
(8)
εφθασε·
(1)
εφθασεν
(33)
εφθειραμεν
(1)
εφθειρας
(1)
εφθειρε
(2)
εφθειρετο
(1)
εφθειρον
(1)
εφθονησαν
(3)
εφθονησεν
(1)
εφιλει
(1)
εφιληθησαν
(1)
εφιλησα
(1)
εφιλησε
(2)
εφιλησεν
(8)
εφιλιωθημεν
(1)
εφιλονεικει
(2)
εφιλονεικησαν
(1)
εφιλονεικουν
(1)
εφιλοξενησαμεν
(1)
εφιλοξενησαν
(1)
εφιλοξενησατε
(2)
εφιλοξενησε
(1)
εφιλοτιμηθην
(1)
εφιπποι
(1)
εφιπποι·
(1)
εφιππον
(2)
εφιππος
(1)
εφιππων
(1)
εφλαλ
(1)
εφλεγετο
(1)
εφοβεισο
(1)
εφοβειτο
(14)
εφοβεριζον
(2)
εφοβηθη
(31)
εφοβηθημεν
(2)
εφοβηθην
(4)
εφοβηθην·
(2)
εφοβηθης
(2)
εφοβηθησαν
(38)
εφοβηθησαν·
(2)
εφοβηθητε
(1)
εφοβηθητε·
(1)
εφοβισε·
(1)
εφοβουμην
(4)
εφοβουντο
(16)
εφοδ
(40)
εφοδ·
(2)
εφοδια
(2)
εφοδια·
(1)
εφοδιασει
(1)
εφοδιασμου
(1)
εφοδιον
(1)
εφοδιων
(1)
εφοδος
(1)
εφονευε
(1)
εφονευθη
(3)
εφονευθησαν
(3)
εφονευον
(1)
εφονευοντο
(1)
εφονευσα
(3)
εφονευσαν
(19)
εφονευσαν·
(2)
εφονευσας
(6)
εφονευσατε
(3)
εφονευσε
(9)
εφονευσεν
(6)
εφορα
(1)
εφορει
(2)
εφορεσα
(1)
εφορεσαμεν
(1)
εφορεσεν
(2)
εφορμησαντες
(2)
εφορμησει
(1)
εφορμηση
(4)
εφορμων
(1)
εφορμωσι
(1)
εφορμωσιν
(1)
εφοροι
(1)
εφορολογησεν
(1)
εφορος
(3)
εφορουν
(1)
εφορους
(1)
εφραθ
(1)
εφραθα
(6)
εφραθα·
(3)
εφραθαιοι
(1)
εφραθαιος
(2)
εφραθαιου
(1)
εφραιμ
(148)
εφραιμ·
(16)
εφραιμιται
(2)
εφραιμιτας
(1)
εφραιμιτης
(1)
εφραιμιτων
(2)
εφραιμιτων·
(1)
εφραιν
(1)