Concordance
Browsing all words — use the search box to find a specific word.
διπλου
(1)
διπλουν
(6)
διπλουν·
(3)
διπλων
(1)
δις
(14)
δις·
(2)
δισαν
(2)
δισαν·
(3)
δισκοι
(2)
δισκον
(1)
δισκος
(12)
δισκους
(3)
δισμυριαι
(1)
δισταγμου
(1)
δισταζη
(1)
δισταζων
(3)
δισταση
(1)
διστασητε
(1)
διστομον
(3)
διστομος
(3)
δισχιλια
(2)
δισχιλιαι
(1)
δισχιλιοι
(7)
δισχιλιους
(2)
διυλιζετε
(1)
διχηλα
(1)
διχηλα·
(1)
διχηλον
(3)
διχηλον·
(1)
διχηλος
(1)
διχηλος·
(3)
διχονοιαι
(1)
διχοστασιαι
(1)
διχοστασιας
(1)
διχοτομηματων
(1)
διψα
(7)
διψα·
(1)
διψαν
(7)
διψαν·
(1)
διψασμενος
(1)
διψη
(2)
διψης
(6)
διψης·
(2)
διψησας
(1)
διψησει
(4)
διψησει·
(2)
διψησης
(1)
διψω
(2)
διψωμεν
(1)
διψων
(2)
διψωντα
(6)
διψωντες
(2)
διψωντες·
(1)
διψωντος
(1)
διψωσα
(1)
διψωσαν
(2)
διψωση
(1)
διψωσιν
(1)
διωγμοις
(1)
διωγμον
(1)
διωγμος
(4)
διωγμος·
(1)
διωγμου
(1)
διωγμους
(2)
διωγμων
(1)
διωδευσαμεν
(1)
διωκει
(2)
διωκεις
(6)
διωκεις·
(1)
διωκη
(2)
διωκομενοι
(2)
διωκομενους·
(1)
διωκοντα
(1)
διωκοντες
(1)
διωκοντος
(3)
διωκοντος·
(2)
διωκοντων
(1)
διωκται
(2)
διωκτην
(1)
διωκτης
(1)
διωκτων
(1)
διωκων
(1)
διωκωνται
(1)
διωκωσιν
(2)
διωξει
(8)
διωξει·
(1)
διωξη
(1)
διωξον
(1)
διωξω
(2)
διωξωσι
(1)
διωρισα
(4)
διωρισαν
(7)
διωρισας
(4)
διωρισε
(6)
διωρισεν
(11)
διωρισθη
(2)
διωρισθησαν
(7)
διωρισμενα
(3)
διωρισμενας
(2)
διωρισμενη
(2)
διωρισμενην
(2)
διωρισμενοι
(8)
διωρισμενον
(9)
διωρισμενος
(3)
διωρισμενου
(2)
διωρισμενους
(3)
διωρισμενω
(2)
διωρισμενων
(1)
διωροφα
(1)
διωρυγος
(1)
διωρυσσον
(1)
διωχθη
(2)
δογματα
(1)
δοθεισα
(1)
δοθεισαι
(1)
δοθεισαν
(11)
δοθεισας
(1)
δοθεισης
(2)
δοθεν
(3)
δοθεντα
(5)
δοθεντος
(2)
δοθη
(53)
δοθη·
(3)
δοθωσιν
(7)
δοκιμαζει
(3)
δοκιμαζεις
(1)
δοκιμαζεται
(3)
δοκιμαζετε
(3)
δοκιμαζη
(1)
δοκιμαζητε
(1)
δοκιμαζομενον
(1)
δοκιμαζοντα
(1)
δοκιμαζοντες
(2)
δοκιμαζω
(2)
δοκιμαζων
(4)
δοκιμαζωνται
(1)
δοκιμασαντες
(1)
δοκιμασατε
(1)
δοκιμασει
(6)
δοκιμαση
(9)
δοκιμασθη
(1)
δοκιμασθη·
(2)
δοκιμασθητε
(1)
δοκιμασθωσι
(1)
δοκιμασια
(1)
δοκιμασιαν
(4)
δοκιμασιας
(1)
δοκιμασον
(3)
δοκιμασω
(6)
δοκιμη
(2)
δοκιμην
(2)
δοκιμοι
(2)
δοκιμον
(1)
δοκιμος
(2)
δοκοι
(5)
δοκον
(6)
δοκος
(1)
δοκους
(3)
δοκων
(3)
δολια
(9)
δολια·
(3)
δολιαν
(1)
δολιας
(1)
δολιευθεις
(1)
δολιευομεθα
(1)
δολιευωνται
(1)
δολιοι
(1)
δολιοι·
(1)
δολιον
(2)
δολιος
(1)
δολιοτης
(1)
δολιοτητα
(2)
δολιοτητας
(1)
δολιοτητι
(2)
δολιοτητος
(4)
δολιοτητος·
(1)
δολιου
(1)
δολιοφρονα
(1)
δολιων
(3)
δολιως
(4)
δολιως·
(2)
δολον
(11)
δολον·
(1)
δολονοντες
(1)
δολος
(10)
δολος·
(1)
δολου
(6)
δολου·
(4)
δολους
(2)
δολοφονηση
(1)
δοντα
(2)
δοξα
(130)
δοξα·
(3)
δοξαζει
(3)
δοξαζει·
(1)
δοξαζεις
(1)
δοξαζεται
(2)
δοξαζη
(1)
δοξαζηται
(2)
δοξαζητε
(1)